Σα. Δεκ 3rd, 2022

zacharonews.gr

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ.TV

Ακρίβεια: «Στενάζουν» τα νοικοκυριά – Αγοράζουν μόνο τα απαραίτητα οι Ηλείοι

NEWSZACHARO@GMAIL.COM

Με τον πληθωρισμό στα ύψη και το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών να συρρικνώνεται, σε νέο καταναλωτικό trend εξελίσσεται η υπηρεσία «Αγόρασε τώρα – Πλήρωσε αργότερα» (Buy Now Pay Later-BNPL) που επιτρέπει στον καταναλωτή να πραγματοποιεί αγορές με δόσεις από το e-commerce και από φυσικά καταστήματα αλλά να πληρώνει για αυτές σε δεύτερο χρόνο, συχνά άτοκα. Η υπηρεσία BNPL, ανταποκρινόμενη στις νέες αγοραστικές συνήθειες των καταναλωτών, έχει ξεκινήσει να παρέχεται και στην ελληνική αγορά μέσω fintech εταιρειών που υπόσχονται διευκολύνσεις στην αγορά προϊόντων σε συνεργασία με μεγάλους ομίλους λιανικής.

Πώς έχει αλλάξει όμως ο Έλληνας καταναλωτής και οι αγοραστικές του συνήθειες τα δύο τελευταία χρόνια; Όπως εξηγεί μιλώντας στο Αθηναϊκό- Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο Θάνος Μαύρος, Εταίρος, Συμβουλευτικές Υπηρεσίες ΕΥ Ελλάδος, Επικεφαλής Τομέα Καταναλωτικών Προϊόντων και Λιανεμπορίου της EY στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, την τελευταία διετία, βιώσαμε, σε ολόκληρο τον κόσμο, δύο αλλεπάλληλα «σοκ».

«Ο Έλληνας καταναλωτής, όπως και οι περισσότεροι καταναλωτές διεθνώς, φαίνεται να υιοθετεί μία συνολική στάση “αναμονής” και “αυτοπεριορισμού”, επιλέγοντας να μειώσει την κατανάλωση, τουλάχιστον προσωρινά, μέχρι να ξεκαθαρίσει το θολό τοπίο και να λήξει η φάση της παγκόσμιας αβεβαιότητας που βιώνει» επισημαίνει ο κ. Μαύρος.

Οι online αγορές ήρθαν για να μείνουν

Εστιάζοντας στο ηλεκτρονικό εμπόριο και τη δυναμική που παρουσιάζει, ο κ. Μαύρος επισημαίνει ότι παρότι υπάρχει μία σταδιακή επιστροφή στα φυσικά καταστήματα (το ποσοστό όσων επισκέπτονται λιγότερο συχνά τα φυσικά καταστήματα μειώθηκε στο 36% από 59% το 2021), είναι σαφές ότι οι online αγορές ήρθαν για να μείνουν. Στη φετινή έρευνα, πάνω από τους μισούς (57%) τοποθετούνται θετικά απέναντι στις διαδικτυακές αγορές, και είναι σημαντικό ότι το ποσοστό αυτό δεν αφορά μόνο τους νέους, αλλά όλες τις ηλικιακές ομάδες και κοινωνικές τάξεις.

Όταν ρωτήθηκαν πως θα κάνουν τις αγορές τους ή θα αναζητήσουν προσφορές κατά το επόμενο μεγάλο εκπτωτικό γεγονός, μόλις 7% απάντησαν «κυρίως ή μόνο σε φυσικά καταστήματα». Ωστόσο, μια ισχυρή μειοψηφία παραμένει επιφυλακτική απέναντι στις διαδικτυακές αγορές, περισσότερο στα τρόφιμα και είδη σουπερμάρκετ και σε μικρότερο βαθμό, στα αγαθά διαρκείας. Είναι θετικό ότι, μετά την απότομη προσαρμογή του 2020-2021, η αγορά φαίνεται να ξεπερνά πολλά από τα αρχικά προβλήματα που προβλημάτιζαν τους καταναλωτές σε σχέση με τις online αγορές. Ιδιαίτερα, οι αργοί χρόνοι παράδοσης και η ασφάλεια των προσωπικών δεδομένων που προβλημάτιζαν πέρσι το 49% και 37% των καταναλωτών αντίστοιχα, ανησυχούν σήμερα μόλις έναν στους πέντε. Εξακολουθούν, όμως, να λειτουργούν αποτρεπτικά το υψηλό κόστος παράδοσης (42%) και η δυσκολία στην αλλαγή προϊόντων (29%). Από την ίδια έρευνα προκύπτει ότι το 55% των καταναλωτών δηλώνουν ότι περνούν περισσότερο χρόνο στο σπίτι. Τα ζητήματα της υγείας εξακολουθούν να προβληματίζουν τους Έλληνες καταναλωτές, οι ανησυχίες, όμως, έχουν υποχωρήσει σε σχέση με πέρσι, καθώς επισκιάζονται σε μεγάλο βαθμό από τα οικονομικά προβλήματα.

Οι ανησυχίες για την υγεία βρίσκονται πλέον στην τρίτη θέση, μετά το κόστος διαβίωσης και τα οικονομικά, ενώ, είναι ενδιαφέρον, ότι η ψυχική υγεία ανησυχεί εξίσου με τη σωματική. Επίσης, η στάση των Ελλήνων απέναντι στα ζητήματα βιώσιμης ανάπτυξης είναι πιο περίπλοκη. Ένας στους τρεις ερωτώμενους (38%) θεωρεί τη βιώσιμη ανάπτυξη σημαντικό παράγοντα κατά τη λήψη αγοραστικών αποφάσεων σήμερα, ενώ, μακροπρόθεσμα, μέσω των επιλογών τους, δύο στους τρεις (64%) δείχνουν να τους απασχολεί ο περιβαλλοντικός αντίκτυπος των αγορών τους. Δηλώνουν, επίσης, ότι προσπαθούν να εφαρμόσουν οι ίδιοι έναν πιο βιώσιμο τρόπο ζωής, σε αντίστοιχα ποσοστά με το παγκόσμιο δείγμα, αν και αρκετές από τις απαντήσεις τους δεν φαίνεται να επιβεβαιώνονται από τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία. Προβληματίζονται, όμως, για μια σειρά από παράγοντες που τους αποτρέπουν από την αγορά βιώσιμων προϊόντων, όπως – κυρίως – η υψηλή τιμή (74%), αλλά και η αξιοπιστία των πληροφοριών και ισχυρισμών που προβάλλουν σχετικά οι επιχειρήσεις.

ΡΟΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ >